...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

20 Ιανουαρίου 2018

Κέρκυρα, μάνα των καημών..


Ένα χωράφι σαν περιφραγμένη θύμηση
ανάσκελο μέσα στον κάμπο της σεμνής Αχαΐας
ευελπιστεί αέρινες σβιλάδες και μια απαλή βροχή
να θρέψει τα παιδιά του.
Ρευστότητα όσο ένα τραγούδι κρατάει
αξιώνεται να ζει παμπάλαια καρποφορία
Χοϊκό.
Στις άκρες του, λεμόνια διώχνουν την αψάδα τ’ ουρανού
Όταν, και το που είσαι και που είμαι, είναι κωμωδία
Τραγική.
Και στο ταξίδι που προχώρησε και έγινε σαν όνειρο στην χώρα των Φαιάκων
Μελάνιασε ο ουρανός και της βροχής τα μαύρα κρόσσια ψυχοβάρυναν
Επάνω μου,
Και μου ‘δωσαν κακιά κι ανείπωτη θλίψη
Όταν που, μακριά σου, ένιωσα ο έρωτας να είναι αερόστατο
που άδειασε.
Κέρκυρα μάνα των καημών, στην βραδινή σου υγρασία
Το θολωμένο μάτι μου κραυγάζει στίχους που δεν πέθαναν ποτέ τους
Μέσα μου,
Και σαν μια ρήση αγγέλου που συγκράτησε ο νους μου μες τα χρόνια
Το βράδυ έπεσε
Και οι σκιές, στο αόρατο των τοίχων θέατρο, σκηνοθετούσαν το παμπάλαιο
Έργο και του Θεού και του κρυφού μου πόνου..
Κέρκυρα 17.1.2018

14 Ιανουαρίου 2018

Ερωτική ψηφίδα…


Το άγγιγμα, το φιλί, η μυρωδιά σου,
το σφιγμένο χαμόγελο, οι μορφασμοί σου, τα λόγια σου,
και είμαι ευτυχισμένος με αυτά τα λίγα, δεν ζητώ
τίποτα άλλο, μόνο αυτό που μένει ίζημα μες τους αιθέρες,
βασανισμένο απ’ τα χρόνια και εμβρόντητο
ως να σωθεί και να τρέμει εντός μας-
κάτι που σε μηδενικό ανάγεται άλγος
όταν ο έρωτας ξανά σκηνοθετεί και φτάνει
μία ματιά να αναζωπυρώσει την παλιά φωτιά, κοιμάται
και ξυπνά μες την γαλήνη η κάθε μια κουβέντα, ο ένας
στον άλλον παραστέκεται και όλο το ωραίο πάθος δυναμώνει
για με λιώσει άρρητα ευτυχισμένος ήσυχα εγώ κοντά σου..

13 Ιανουαρίου 2018

Ζούμε αφαιρώντας δύναμη από την αδικία και το βλέπει αυτό ο θεός μας..


Όλες οι νηφάλιες μπαλαρίνες των ανθών αναφαίνονται μες τον μορφασμό
Του ουρανού,
αξημέρωτα ακόμη και βρέχει,
και τρέχουν
Προς την μεριά των αμάντρωτων
Νεφών.
Κι η σκέψη μου
Που ανταμώνει την σκέψη σου, μέρα Σαββάτου,
Πέντε η ώρα το πρωί, σαν
ένα εγερτήριο φωτός αφυπνίζει
Τα πουλιά και χρησμοδοτεί για το αύριο.
Ζούμε αφαιρώντας δύναμη από την αδικία και
το βλέπει αυτό ο θεός μας..



Φωτογραφία του Στρατής Παρέλης.

12 Ιανουαρίου 2018

Χρωστώ μια επιθυμία σε σένα






Χρωστώ μια θάλασσα στις επιθυμίες μου,
Χρωστώ μια επιθυμία σε σένα,
Χρωστώ και χρωστώ.

Ο ουρανός σου είναι ξαφνικά ο ουρανός μου- Κι έτσι
όπως δεν το γράφουν τα αρχαία βιβλία
το γέλιο σου κελαρύζει στ’ αυτιά μου ενώ η εικόνα σου
είναι γυναίκα που την σμίγει η φωτιά
και όλον πια, αλύπητα, θα με κάψει.

Είναι αυτό το απόλυτο μυστήριο των θαυμάτων
Έρωτας να μιλεί και έρωτας να πράττει
Είναι αυτό το κάτι που δεν όρισα ποτέ μου,
Βαθιά σπουδή από φιλί να πας και κατευθείαν στην αγάπη.





11 Ιανουαρίου 2018

Τόσο απίστευτα άλλος…



Γιατί κουράστηκα να συγχρωτίζομαι με ερεβώδεις
αγύρτες που αγαπούνε να ζέχνουν
κλείστηκα στου εαυτού μου το κέλυφος και μαντάτα
ωραία μου ήρθαν
πως οι νύχτες θα πριμοδοτήσουν την μέρα

στον αγιασμένο Σκοπό της. Να έτσι
Που χωρίς να το καταλάβω μου ήρθαν
οι στίχοι οι μακάριοι- εξαρχής
αντιλαμβάνομαι ωραίο τον κόσμο,
ωραία τα συμβάντα, λίγο
να μπούμε με καρδιά στο οικουμενικό παιχνίδι
της αγωνίας.
Κύκλο κάνει η ιστορία και ξανά δεν διδάσκεται
το να μπορείς να θυσιάζεις τον εγωισμό σου για να γίνει
η Ελπίδα βρώσιμη
και καλά να σε θρέψει:- λέω
Που αν δεν βρέξεις πόδα δεν θα φας το ψάρι, αν
δεν συμμετέχεις αλληλέγγυα σ’ έναν Σκοπό
ούτε που θα ψηλώσεις ούτε που θα δεις να γίνεται
η Δικαιοσύνη ορατή και πιο καλός κι υποφερτός
ο κόσμος.
Α ρε ποιητικό βασανάκι μου,
οχύρωμα που πρόταξες! -
κι από τι
προστατεύω εγώ ο ίδιος εμένα;
Συντηρώ μια Υπομονή,
μεγίστη,
μέσα σε στίχους που λαχάνιασαν να τρέχουν
κατά το παράλληλο σύμπαν
των γύρω μου
εδραιωμένων αντιφάσεων…

Οι μοναχικοί κρατούν το πολύβοο φως της Ποίησης κι αυτό γιατί σπαταλούν το τάλαντό τους με ματαιοδοξία..



Τι θα χρεωθούμε από την κάθε Ιδέα που θα μας παρασταθεί;

Ένας στόλος λέξεων αποπλέει κάθε μέρα από την καρδιά μας.

Πού πάνε τα ποντοπόρα πλοία του;

Ο θάνατος ταριχεύει ό,τι του είναι άχρηστο για να διασκεδάζει με την νίκη του.

Στο άθροισμα και στο πηλίκο και στο γινόμενο, απομένει μόνον ο Έρωτας κι αυτός όπως ποτέ δεν τον είχαμε φανταστεί.

Οι μοναχικοί κρατούν το πολύβοο φως της Ποίησης κι αυτό γιατί σπαταλούν το τάλαντό τους με ματαιοδοξία..



9 Ιανουαρίου 2018

Πάντα κυρτός ο καθρέφτης του νου μας και ευρυγώνιος ο φακός της αυταπάτης μας,

Επιδιώκω θάλασσα που να γεννά καταφύγια ερώτων,
Στην φωλιά του πουλιού ο χρόνος είναι ουσιαστικός μα δεν έχει αυτάρκεια
Απλότητες που να αντέχουν επιδιώκω, καθαρογραμμένες απλότητες
Πέρα απ’ της φιλοσοφίας τα βάθη, μελαγχολία θανάτου έχουνε τα δευτερόλεπτα των συλλογισμών μας,
Πάντα κυρτός ο καθρέφτης του νου μας και ευρυγώνιος
ο φακός της αυταπάτης μας,
Είσαι η ημέρα που θέλησα και είμαι ο σπάταλος αλήτης που ποντάρει με προσήλωση
σε ένα σφρίγος που του δίνει πάντα το φιλί σου,
Παράξενα ακούγομαι όταν είμαι ο τυφεκιοφόρος σ’ έναν πόλεμο που ήτανε δικός μου κι έχει γίνει τώρα ολονών…

Αποκρίνομαι λευκά αλλά η πραγματικότητα θέλει κόκκινα, μαύρα·

Αποκρίνομαι λευκά αλλά η πραγματικότητα
θέλει κόκκινα, μαύρα·
Η διάφανη ερμηνεία μου δεν θα γίνει αποδεκτή στον κόσμο των εγωισμών-
Τόσοι εγωισμοί κι ένα τίποτα συνθέτουν που αντιπαραβάλω
με τα επικά ρόδα του έρωτα που σου έχω.
Κρατά η αγάπη, κρατά η ανάσα μας
σαν ορμή και φούρια των παθών, μες την ακινησία;
Και τα λόγια που λέμε, σεμνά και χτίζοντας ένα κουκούλι που εκεί καταφεύγουμε
έχουνε μια γραμματική καημών, και ούτε σε πλησίασα ούτε κι εσύ αληθινά με πλησιάζεις.
Αντίδωρο που μας αξίζει η αγάπη. Περιχαρακώνουμε
τα πάντα μες τον ευεργετικό της κύκλο- και
ζούμε λίγο ανθρώπινα
σ’ αυτήν την εφιαλτική
σκοτεινή φυλακή μας.

7 Ιανουαρίου 2018

Ερωτική αριθμητική…




Το δύο είναι το ένα μας γιατί το ένα μας είμαστε πάντα εμείς οι δύο..


Στηρίζω τις ελπίδες μου σε κάτι απόμερους βασιλικούς



Νυχτώνει. Μου κάνω ερωτήσεις και τις απαντώ μελαγχολικά και ανάλογα. Ανάλογα και το σκοτάδι μου συμπεριφέρεται, σαν να με τυλίγει σμίγοντας πάνω μου την ζοφερή του μπέρτα. Το βιβλίο στα χέρια μου αποδίδει φως. Είναι η μόνιμη παρηγοριά μου. Στηρίζω τις ελπίδες μου σε κάτι απόμερους βασιλικούς που μοσχοβολούν μες την γλάστρα κάθε φορά που βγαίνω στο μπαλκόνι μου και τους σκουντώ για να ακούσω τα καθαρό άρωμά τους. Όλα συμπεριλαμβάνονται στην απλή μαγεία της οσμής. Όλα μυρίζουν ευτυχία και ψυχή που δεν το βάζει κάτω..




Σύμπαν στα χέρια μου…


Σύμπαν ανεμοδαρμένο, κάθετο
Κι οριζόντιο, σύμπαν επεκτατικό·
Ντεραπαρισμένο μες την Αρχή του παντός, σύμπαν οργανωμένο για να αποδιοργανώνεσαι, κομπορρήμον σύμπαν-
Αυθαδιάς κατά πάντων, ποιός είναι ο Σκοπός σου; Πούθε βάλλεσαι και πού
Βούλεσαι να φτάσεις; Κρεμασμένος
Στα απώτατα όριά σου, εμμένω στην δική μου προσφυγή
Και μοναχικά σπουδάζω τις τραγωδίες μου, ω σύμπαν
Που τρέμεις σαν φωτιά μες την μέρα μου και ορίζεις
Την καθαρότητα των στοχασμών, ω σύμπαν
Ταπωμένο με το βουλοκέρι του Θεού, ρημαγμένο κι αναδιοργανωμένο, σύμπαν
Της βεβαιότητας και της αμφιβολίας, της θέσης και της αντίθεσης, ω σύμπαν
Καρφιτσώνεις πάνω μου τις αντιφάσεις των αστεριών..

Ήσουνα μάλλινο σκουφάκι τότε

Ήσουνα μάλλινο σκουφάκι τότε, ήσουνα
γελαστός εγωισμός της αστραπής,
Ήσουνα μηρυκασμός του χειμώνα, ήσουνα
προμήνυμα καθαρό της άνοιξης,
Ήσουνα ρόδο που ομιλεί, ήσουνα φθόγγος γαλανός των ουρανίων,
Ήσουνα μαγικό ραβδάκι της ανατολής, ήσουνα
άρρητο φωνήεν των αγγέλων-
Κι όταν με μια κατάνυξη πλησίασα την φωτεινή καρδιά σου
Ήσουνα Βρισηίδα που θα μάλωναν όλου του κόσμου οι πολεμιστές για χάρη σου!
Φωτο Μαρία Νούτσου.

"Κατέχω τον ήλιο», μου είπε,


Γελούσε.
"Κατέχω τον ήλιο», μου είπε,
"Πού πας εσύ με τα αλλόκοτα φεγγάρια σου;"
Ξημέρωνε.
Η τροπή της νύχτας, ήτανε καθαρό βασανιστήριο. Ακούστηκε ο θόρυβος από σπασμένα άστρα.
Για κάπου έφευγα.
Μόνος μου πάντα.
Όπως η ζωή κυλούσε και αυτοδίδακτοι πηγαίναμε να συναντήσουμε την καθαρή ουτοπία.

6 Ιανουαρίου 2018

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..,





Πιασμένοι χέρι χέρι και τι να μας πει ο καιρός
δυο άνθρωποι που αγαπιούνται καταργούνε την σκιά τους
ξέρουνε πόσα ανθίζουνε μέσα τους λόγια σεμνά
και λόγια πόθου-

την ώρα που τα χέρια σκαρφαλώνουνε το δύσβατο κορμί
και το τρεμάμενο το χείλι ενώνεται με το τρεμάμενο το χείλι..



Α.

Μέσα στην ερωτική νύχτα το φεγγάρι ακολουθεί πορείες της επιθυμίας.
Εσύ ζεις και έρχεσαι από τις σιωπές των άστρων-
πιο καθαρογραμμένη κι από οπτασία.
Σε σκλαβώνουν τα χέρια μου που σε κρατώ
περισσότερο πια μέσα στον νου μου, άυλη, εξωπραγματική,
στεφανωμένη
με το φεγγαρίσιο φως που επάνω
στο άσπρο σου κορμί ζει και περισσεύει.

Νεράιδα των αρχαίων δασών, επισκέπτρια
της λίμνης των κύκνων:
Σε βρήκα ψάχνοντας μέσα στο τίποτα που συλλαβίζουμε..
Δεν θα σ’ αφήσω να μου φύγεις
ούτε πουθενά να μου πας που δεν το ορίζω.

Μόνο σε χώρα ονείρου ξέρω ότι κατοικείς-
ένας αέρας πια αναστατώνει τα μαλλιά σου-
όπως βαθιά υποταγμένη στο γινάτι μου ανοίγεις
το ποίημα του έρωτα να απαγγείλεις.

Θα σε κρατήσω απόλυτη σαν αίνιγμα
μισή μέσα σ’ αυτήν μου την ζωή, μισή απ’ έξω
να περιφέρεσαι στο αόρατο σπιτάκι των πουλιών
σαν ρίμα που δικαίωσε ο χρόνος.

Και θα γίνω
σφιχτή αγκαλιά που δεν ανοίγει,
τρόπος
να μην μου φύγεις ποτέ-
για να σε ανεβάσω στα ψηλά των σύννεφων
εκεί που κατοικούν οι άγγελοι της μοίρας.


Β.

Να σε έχω με τον τρόπο που έχουν οι θύελλες
να εξουσιάζουν.
Να μου φεύγεις σχεδόν όταν να σε αγγίξω
κατορθώνω.
Να αλλιώς μου μιλάς.

Στα μάτια σου αδιάβαστο ακόμη το φως, αδιάβαστος
ο πόθος, η κάψα
που θα συντρίψει την περαστική μου ώρα
που θα ανοίξει άλλον διάλογο με τα πουλιά, που θα κρεμάσει
σκουλαρίκι το τραγούδι των πουλιών επάνω στα αυτιά των δέντρων.

Δεν σε ήξερα, δεν
σε φανταζόμουνα-
έτσι όπως μου αποκαλύφτηκες: θεά
άλλων αιώνων.

Και τώρα
στρέφω το βέλος ο ίδιος στην καρδιά μου -
ξέροντας ότι θα πληγωθώ, ότι θ’ αγγίξω
όλο το σώμα του πόνου, την ανάσα που κόβεται, θα νιώσω
τον παλμό της ερωτικής αποκάλυψης.

Σε κάνουνε μοίρα μου οι νύχτες.
Σε κάνουνε μοίρα μου οι μέρες.
Σε μοιράζομαι με εκείνο που δεν φτάνω
ούτε με τον νου, ούτε με την φαντασία. Σε φιλώ
όπως ο αέρας την γη φιλά που του είναι
φιλόστοργη μάνα.




Γ.

Ήρθε να σ’ ανταμώσει μιαν ηχώ
απ’ τα βαθιά της θάλασσας-
σαν από κοχύλι μισάνοιχτο.

Την πήρε η μέρα, την χαρήκανε
οι αχτίδες του ήλιου-

Κι ήσουν εκεί που ασπρίζει το καθάριο μέτωπο της μουσικής και ψάχνεται
η νότα να βρεθεί κόρη του φλοίσβου.

Σε είδα έτσι εκεί κι έτσι σε λάτρεψα
χωρίς το φόρεμα του ανέμου.
Πήγες
ψηλά:
ως μέσα στην καρδιά μου.

Αχ συννεφένια κόρη του γιαλού μάγια που μου ‘κανες!
Και να πιστέψω αδύνατον ότι δεν θα μ’ απελευθερώσεις..

Σκλάβος μπροστά σου έπεσα, σωστά
ερμηνεύοντας το πάθος-
διψώντας το κορμί μου για κορμί
και ο αμνός ο μέσα μου για λύκο!



Δ.


Σαν μια νεροσταγόνα που θα πέσει και δεν θ ακουστεί
παρά στην χώρα των ερωτευμένων…

Μα εγώ σε φίλησα…

Και καρφώθηκε ρόδο το βέλος μες την γύρω ερημιά-
τσιρίξανε
όλα τα φωνήεντα-
ξύπνησαν ξαφνικά πουλιά- κι εγώ σε είχα
μέσα στα χέρια μου, εκεί- νεράιδα αποκάλυψης!

Μου απαγγέλεις το φως μ’ ένα “αχ” που το έχει ο έρωτας·

χτυπούν χαρμόσυνες νότες στις φλέβες·

γέρνεις μέσα στην νύχτα μου αλλά δεν φεύγεις·

κρύβεσαι πίσω από δέντρα, καλύπτεσαι
με σκοτάδι κι ερημιά, με νερά ένδοξα που κυλάνε·

τρέμεις
μέσα στο λίγο φως και γίνεσαι
νεράιδα καθαρογραμμένη
που μιλάει με φεγγαρίσιο, άσπιλο
καθάριο
αινιγματικό φως!

Άφησε πάνω μου το αποτύπωμα σου, τον βαθύ
τύπο των ήλων,
το σημάδι
πως κι εγώ σου ανήκω –
κι έλα
να γράψουμε τραγούδια του έρωτα
με μουσικές του κορμιού!

Λίγα λόγια μέσα στον καθόλου άνεμο-
κι απ’ την άλλη εσύ..

Είσαι εδώ σπαθίζοντας μέσα στην ανεξάντλητη ημέρα
γυμνή
μ’ ένα μυστήριο χεριών που αναρριχώνται πάνω
σ’ ένα κορμί που σπαρταρά από πόθο..



Ε.


Και τώρα εσύ,
πεταλούδα της σκέψης μου,
λιανή, μπουκωμένη
νύχτα και όνειρα

πας πας πας
μες το μυαλό μου πας και μες απ’ την καρδιά μου έρχεσαι.

Δεν έχω να προσμένω τίποτα απ’ το αύριο-
μόνο ταξίδια του μυαλού, αρώματα
που με τον νου θα κατοικήσω-

Και φιλιά που θα με βρουν εκεί: στο άσπρο εκκλησάκι που θυμώνει ορθόδοξα
πάνω στον βράχο του Αυγούστου!

Να σε πω
όπως θα πούνε τα λουλούδια στην μέλισσα
βαθιά βαθιά τους να πάει..

Να σε δω
όπως σε βλέπουν μες τα όνειρα οι άντρες-

Να σε μάθω
όπως δεν σ’ έμαθε ποτέ κανείς-

Αν δεν υπάρξω είναι γιατί δεν υπήρξα-
δεν υπήρξες ούτε εσύ γιατί το όνειρό μου
δημιούργησε αυτόν τον μύθο που σε αγκαλιάζει.

Άφησε τις φλογέρες του ύπνου να σε νανουρίσουνε γλυκά
όπως ξαπλώνεις μες τα άσπρα σύννεφα
των άχρωμων δικών μου περιστάσεων..




ΣΤ΄.

Να βρουν τον υπερθετικό τους οίστρο τα πουλιά
της μέρας, ν’ ακουστούν
στα πέρα πλάτη..

Να είναι ενεστώτας ο Μάρτιος
και περισπωμένος χειμώνας.

Κι εγώ...
εγωιστής εγώ-
να σε θέλω δικιά μου!

Είσαι η μέρα που δεν νύχτωσε, το κάτι λίγο που περιέχει
το όλο-
η αβροφροσύνη της μέλισσας
όταν αγγίζει το λουλούδι.

Και πώς να σε πω, που η αγρύπνια μου
μελαγχολία μου δίνει..

ανίδεος να ξέρω από ουρανό
και νοσταλγός μονάχα για εσένα..



Ζ΄.

Πάνω στο πρόσωπό σου τα καυτά
δάκρυα είναι όπως σ’ ενός παιδιού τα μάγουλα φωτιά.
Σε κοιτώ.
Μοιάζεις με άλλη:
όπως εικόνα που ήρθε σαν από γλυκοφιλούσα Παναγιά.

Α, που σε ξέρω τόσο λίγο κι όμως σε κρατώ
μέσα μου σαν σε αγκαλιά ονείρου!

Έλα πάρε με, δώσε στο κύμα σου
την απόλυτη εξουσία του έρωτα, το οξύ μπουγάζι
που θα με κατεβάσει ύστερα
γυμνό και εξουθενωμένο μες την αγκαλιά σου..

Στα σκαλιά πατώ και στο ουράνιο ρήμα ανέρχομαι
‘’Σ’ αγαπάω!’’.

Ο χρόνος δεν υπάρχει πια, μόνο εσύ θα υπάρχεις

Σμίγοντας την αναπνοή του φεγγαριού με την λατρεία του ήλιου

Που είναι, μες το πλάσμα που είσαι,
γνώμη Καλού που πάντα περισσεύει..

Δες που των αισθημάτων σου η μέρα
νότες αφήνει πιο λευκές να πλανηθούν μες τον γαλάζιο ορίζοντα
που τα φιλιά των λουλουδιών γίνονται λέξεις που μιλάμε..




Η΄.

Να σε κοιτώ και το βλέμμα μου να επιμένει να σε θέλει παράφορα.

Οι κήποι που ήρθαν κάναν πέρα τους κήπους που έφυγαν
αλλά μείναν πουλιά-
τα ίδια που ξανά τραγουδάνε.

Ο άνεμος
σκλαβώθηκε στις λεμονιές
με την δίφορη αξία του –
σαν μέσα στο μυαλό κι αυτός φυσάει..

Και μόνο το αίμα που καταλαβαίνει, κάτω από το δέρμα, κάνει
την αφή, ζωντανή
θεά,
αιώνια αυτοκράτειρα..

Γλυκός ο καιρός που περνά κι αφήνει μέσα μας το ζαχαρένιο του επίχρισμα
της αγάπης.

Είσαι ο θηλυκός ύπερος κι είμαι το λουλουδένιο το σώμα
που αγγίζει της ευτυχίας η μέλισσα.

Και ζωγραφίζω μες τις πολλές μου σιωπές
έναν καημό από κρυστάλλινο ποίημα
που πλημμυρίζει σαν φως τον σημερινό πολυσήμαντο αέρα.





Θ΄.

Τα χέρια μου διαβάζουν το σώμα σου σαν ένα οικείο παμπάλαιο
ποίημα
που περιέχει αλήθειες φωτιάς και αλήθειες του πόθου.

Τα χέρια μου
ανοίγουν τα εσωτερικά σου απρόσβλητα σύνορα
που το κορμί παραδίνεται και δεν είναι κορμί το δικό σου.

Σε κατέχω..

Είναι ένα σύμπαν νύχτας μέσα μου που εσύ μην κάνοντας και κάτι μου το αναιρείς-
πώς, δεν το ξέρω..

Μπορεί γιατί ακούς καλύτερα στην σιγαλιά που κρέμεται ένα ζεστό φεγγάρι
απόψε του Μαρτίου δεκατέσσερις και κάπου
λες κρυσταλλώνουν τα νερά
σαν σ’ έναν μαγικό καθρέφτη..

Μακριά μου -κι όμως τόσο κοντά-

Πώς γίνεται να μου είναι εύκολο το απίστευτο;

Να μπορώ χώνοντας το μουσούδι μου μέσα στις φυλλωσιές του ‘’τώρα’’ να κοιτώ
μέσα σ όλους τους χρόνους και μακρύτερα;

Με όλα τα υπάρχοντά μου
μετακομίζω σ’ άλλους ουρανούς..




Ι΄.


Έλα λοιπόν μην κάνοντας και τίποτα να εξουσιάσεις τα πάντα

Να μου πάρεις όλον τον άνεμο, την σκέψη, την νικητήρια ιδέα, το να ξέρω φαρσί
λουλούδια αισθημάτων..

Έλα τώρα που είσαι της φωτιάς η φωτιά και δεν σ’ αφήνουν οι μέρες
να πας ψηλότερα
από τα κάστρα των χελιδονιών..

Και ίδρυσε κεφάτη μέσα μου
την δυναστεία των κρίνων..




ΙΑ΄.


Με ψυχή που πάει στον άνεμο, με πνοή
που τρέμει μες σε οξυγόνο λατρείας.

Και είσαι ότι είμαι, που είμαστε
δίδυμα άνθη πάνω σε έναν που λυγάει το αεράκι βλαστό
που μες την ώρα μόνο ηδονής φυτρώνει..

Δεν είναι το τραγούδι μου αυτό που θα ‘γραφα αν ήξερα αλήθεια
τι είναι ο έρωτας..

Δεν είναι οι λέξεις που βρήκα για να πω ‘’δεν φοβάμαι’’-

να ζήσω ή να πεθάνω αφού διήρκεσε επάνω μου το μυστικό
μιας επανάστασης.

Είναι ένας τρύπιος ουρανός που του διαφεύγουνε άστρα
και πέφτουν μέσα σε μία αδιάβαστη
αιώνια θάλασσα.

Τόσο που κάποτε ξέρω
να μην είμαι αυτό που είμαι, γιατί
ένα τραγούδι των ανέμων έγινα..




ΙΒ΄.

Φυλακισμένη μέσα σ’ όλα τα λόγια μου, τις σκέψεις
που στο μυαλό δεν χωράνε

κάνεις τον κύκλο σου μέσα στην τόση μουσική
του ήλιου.

Το σώμα σου σταλάζει της χαράς τις σταγόνες.

Σκιρτάς
σαν ελαφίνα που την μέθυσε ο Βάκχος έρωτας.

Είσαι μια παθιασμένη μουσική
που μαθαίνεται όταν μπορείς να κοιτάζεις
μέσα στα μάτια αγγέλων..

Λυσίκομη, αινιγματική, παντοτινή θεά μου..

Σε βρίσκω μέσα σ’ όλες τις μέρες που χαρά πλημμυρίζουμε

Σε βρίσκω μέσα σ’ όλες τις νύχτες που με άστρα μιλάνε..




ΙΓ΄.


Να σου δώσω έναν ήλιο για νόμισμα, να μ’ ακούς
στον αέρα που μόνος μιλάω
και στο μαύρο της νύχτας σου…

Φιλοδοξώ έναν ουρανό δικής μου έμπνευσης κι έναν μύθο
επίγειο

άνοιξης που έχει τα λουλούδια της πρώτα
μες την καρδιά μου.






ΙΔ΄.

Τα λόγια μου περιέχουν το σώμα σου, νοτισμένα από σένα

Γίνονται μια ομοιοκατάληκτη αγρύπνιας όλης προσευχή που δίχως οίστρο νύχτας πάει
μέσα στο καθαρογραμμένο άπειρο.

Εσύ είσαι μια σκέψη που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε
γιατί την έκανε η μουσική φλογέρα
που παίζει ένα πικραμένο κι ορφανό παιδί
επάνω στο κατάστρωμα ενός πλοίου.

Έτσι που όταν σου μιλώ και τίποτα πια δεν μου κάνει
να σε μαθαίνω όπως το μπορώ εγώ: με στίχους και όνειρα..

Θα σε πάρουν κατά πως φαίνεται τα λόγια , θα σε παν’
στην χώρα των πόθων-

Εκεί που είναι ένα δάκρυ ερωτευμένου το μοναδικό
νόμισμα που τον κόσμο εξαργυρώνει..




ΙΕ΄.

Όταν δεν υπάρχεις δεν υπάρχω, όταν μπαίνεις
σ’ έναν υπερβολικά άγονο άνεμο, όταν
ζορίζεις αφόρητα το παρόν..

Με νικάς κατά κράτος, με λυγίζεις
σαν ένα κλαδί ο άνεμος, σαν
μια ομοιοκαταληξία που με την πάροδο του χρόνου γιγαντώνεται
και το ποιητικό βασίλειό της, μέγα μοιάζει..

Ό,τι είσαι, είναι από αρχαία θεότητα
που μες την παρουσία των νερών ακόμα υπάρχει
και των ματιών της καθαρό ξαναγράφει τον θρύλο..




ΙΣΤ΄.

Ανακατωμένα τα μαλλιά σου-
φεγγάρι κρύβουν που την νύχτα ξεγελά
και πάνω στο κεφάλι σου καλπάζει..

Είσαι η αρχόντισσα των αδιάφορων συναθροίσεων
που γεμίζουν με κέφι την μέρα..

Εγώ μεταπλάθω το είναι μου
σ’ ένα σκληρό αβέβαιο πλάσμα
που θέλει κι άλλο κι άλλο πείσμα για να επιβιώσει..

Και ξέρω ότι μεταγλωττίζεις τον έρωτα
τόσο σπουδαία που να ξαναγίνεται ποίημα
στις σελίδες του αύριο..

ΙΖ΄.

Έλα από το αύριο που δεν θα το ξέρω- έλα
να είσαι των νοημάτων Μαντόνα μου- αγία
που συγχωρέθηκε μες το λαμπρό φεγγάρι..

Και άσε τις σιωπές μου αφρόντιστες, τις σελίδες
μισογραμμένες
με πόθο και θλίψη..

Με πονάει το αίμα των λέξεων, είμαι
το ίδιο τραυματισμένος από λεξιλόγια δόρατα
των αοράτων
μέσα μου
που εδράζονται αποκαλύψεων..



ΙΗ΄.


Θα σ’ αφήσω να μιλάς και να μου μιλάς
θα σ’ ακούω μαθαίνοντας ειλικρινά να σωπαίνω.
Θα παρατηρώ το χρώμα που έχει η φωνή σου
τόσο νεανική που κάποτε η ερμηνεία της γίνεται
αδύνατη, δεν μπορεί φανερώσει
μια ηλικία που ξέρει για τους ανθρώπους η θάλασσα.

Θα σ’ αφήσω να μου μιλάς και να μου μιλάς, θα μαθαίνω
από σένα γινόμενος
άθροισμα από σένα-

Θα γίνω στο τέλος
σαν σπόγγος που ρουφά τους χυμούς των γήινων λόγων σου..


ΙΘ΄.


Όταν θα πάψω να γράφω γιατί θα μ’ έχει δικάσει η ηθική της ανάγνωσης
τότε να ρθεις κοντά- τόσο κοντά όσο ν’ αγαπηθούμε..

Να τυλίξεις τα χέρια σου γύρω μου, τα άσπρα σου χέρια
σαν ρίζες που από μένα απομυζούν
την χημική μου αλήθεια.

Να μου μιλήσεις με λέξεις που έχουνε αίμα,
να πεις αυτά που έχεις κι εσύ.. Μην με βάζεις
κάτω από το μικροσκόπιο- ειλικρινά αντέχω
των λέξεων την πυρά..

Και να μ’ αφήσεις μες το κορμί σου να είμαι σαν μια αντένα
που σε κάνει να καταλαβαίνεις τα αόρατα πιο σωστά..


Κ΄.

Άσε με να σε γνωρίσω, να μείνω μόνος
εγώ με σένα, εσύ με μένα, εμείς
με τον εαυτό του ο καθένας, χωρίς
να μας μιλούν οι άλλοι για τ’ αδιάφορα
σχέδιά τους.

Να σε πάρω από το χέρι και εκεί να βρεθούμε
που ξαφνικά- ενώ χαράζει- μια ποίηση πουλιού
που κελαηδάει ανασυνθέτει το Παραδεισένιο
τοπίο.

Και να σε φιλήσω εκεί που από το παρόν κλέβει ιδέες
το θάρρος του μέλλοντος.

Άσε με να σε γνωρίσω, να πω
ότι τώρα πραγματικά θα υπάρξουν όλα:

Τα όνειρα, τα πάθη, οι πόθοι
και η εκπλήρωσή τους που μ’ ένα ραβδάκι γίνεται
μαγικό της αγάπης..



ΚΑ΄.

Αν όλη η αγάπη γίνεται στο τέλος ποίηση
άσε με να τραγουδώ τα μάτια σου
μέχρι το τέλος της μέρας..


ΚΒ΄.

Μην έρχεσαι κοντά μου με αυτά που ξέρεις- έλα
μ’ αυτά που δεν ξέρεις
θέλοντας να μάθεις
της δικής μου καρδιάς μουσική.

Και όταν θα ρωτάς που σε πάω- εμπιστέψου
το φως

αυτό το πιο λυτρωτικό βασανάκι
που ψέματα δεν ξέρει να μιλά..



ΚΓ΄.

Τα λόγια μου στα λόγια σου
φέρνουν ένα πιο δύσκολο πυκνό συμπέρασμα, μια ποιητική συνουσία
που καταλαβαίνουν μόνο οι εξάρσεις των
θρασεμένων λουλουδιών
που βροντάνε
άρματα πέταλα
θέλοντας να κατακυριεύσουν την μέρα.

Τα λόγια σου
είναι σαν ανεμώνες θαλάσσιες, εκεί, στα ρηχά
που εξοκείλει ο πια σαραβαλιασμένος μύθος
του καλοκαιριού.

Τα λόγια σου
σαν ρόγα σταφυλιού σφιχτή και άτρωτη
που την θέλουν πουλιά και με στήθος παρθένας μου μοιάζει

καθώς την παίζει ζάρια και ιριδισμούς το πιο γεμάτο
φως..


ΚΔ΄.

Τα επίθετα σφυρίζουν πίσω από τις αντωνυμίες:

εγώ που σ’ αγαπάω – εσύ
που είσαι μια νεράιδα που την έχει η βροχή καμάρι.

Η γραμματική μου ακυρώνει τον χρόνο..
Δεν σε φοβάμαι
όπως αγκυλώνεις το σώμα μου, καυτά να τρέξουν δάκρυα,
σαν το ρετσίνι σ’ έναν δέντρου κορμό.

Και με τα τόσα πνεύματα που καταργήθηκαν για να επιβιώσουν
μέσα σε ένα άλλο παρελθόν
φτιάχνω μία τριήρη, ένα κοίλο καταφύγιο
να πλεύσω αλλού.

Τα επίθετα σφυρίζουν πίσω από τις αντωνυμίες:

Εγώ, ο απλός θεατής του όμορφου κόσμου
κρατώντας μες τα χέρια μου ένα φως που σταλάζει
και πάνω στην σελίδα μου με μουσική
αόρατη γράφεται…


ΚΕ΄.

Για το χατίρι σου
ανάβουν ομοιοκατάληκτα τριαντάφυλλα, τα πρωινά ενστερνίζονται άνεμο, οι γούρνες
συλλαβίζουν νερά που κυλάνε.

Για τα χατίρι σου
το τοπίο γράφεται πράσινο, οι χρόνοι καταρρέουν, τα φυτά
εξάπτονται και η μέρα
προχωρά αέναα γαλάζια ή πιο γλαυκή
στην άκρη που την τρώει λίγο λίγο ο ορίζοντας..

Για το χατίρι σου
πεισμώνω και γίνομαι άγρυπνο αγρίμι που δαγκώνει..

Για το χατίρι σου
οι περιουσίες μου είναι
στάχτη στην στάχτη που απώλεσα
όλο το βιός μου μέσα στων ματιών σου την λαχτάρα..



ΚΣΤ΄.

Δος μου ένα φως αγνό που να εξηγεί τον μύθο
κάθε λουλουδιού μέσα στην μέρα..

Αφιέρωσέ μου του λευκού γιασεμιού το χρώμα, την υπεροψία των πουλιών

Τον άνεμο που καταφέρνει να πυρπολεί την καρδιά των λευκών σελίδων μου.

Άφησε το ψηφίο ένα να γίνεται ψηφία πολλά, να γράψει
σ’ αυτόν τον ψηφιδωτό χρόνο μια ιστορία επική
του ανθρώπου.

Άσε με
να ελπίζω πως θα μου γίνουν οικεία όλα
τ’ απόκρυφα βιβλία της αστερόεσσας θάλασσας.










Τα λόγια σου είναι η θλίψη μου, είναι η μελαγχολία του πικραμένου μου λόγου.

Τα φέρνεις κοντά μου όπως ο λίγος αέρας τα φέρνει, τα πυροδοτείς, τα γεμίζεις

μπαρούτι των άστρων και μέσα στην νύχτα μου σκάζουν

σαν όμορφα βεγγαλικά που με κάνουν να απορώ

πώς δεν τελειώνει ποτέ αυτή η ώριμη νύχτα..

Όλα, άλλο..

  
Έχουν άλλη όψη τα κτίρια και άλλη
Οι ζωές μας που χίλιοι δαίμονες τις πολεμάνε. Άλλη
Ζωή είναι η σπαταλημένη μας και άλλη
Ονειρευτήκαμε να ζήσουμε- σαν πώς
Έφηβοι, οικουμενικά σκεφτήκαμε και πλώρη βάλαμε για το γαλάζιο
Παλάτι της Ουτοπίας.

Συμπτυχθήκαν όλες οι ιδέες μας γύρω απ’ την φθορά- δεν νιώθω
Απελπισία, λυπημένος νιώθω που ό,τι αγάπησα εμολύνθη’ από τον συγχρωτισμό των ανθρώπων· να, δες: που σκουριάσαν τα μέταλλα τα γυαλιστερά και όχι
Έλαμψαν όπως τους έπρεπε. Τώρα φως
Εκχύνω πάνω στην σελίδα τ’ ουρανού μου· να γίνει
Ανέσπερο το, κάθε που διανύω, διάστημα..



Σύμβολα να γενναιωθούν τα σύμβολα

Σύμβολα να γενναιωθούν τα σύμβολα, σύμβολα όλα παραμένουν, κι ο άνθρωπος
συμβάλει την ψυχή του
τα Θεία φοβούμενος
κι από ανάγκη
να θρησκεύει.
Είναι ο Δράκος της Ιστορίας, είναι
το Κινούν, είναι το Έναυσμα-
Και φώτιση προσμένουν όλοι, στον αιώνα
που κραδαίνει τα σπαθιά και με τα τανκς εισβάλει
στην Ιερουσαλήμ του Νου μου.

5 Ιανουαρίου 2018

Έχει κι άλλη όψη ο κόσμος, έχει κι άλλη διάσταση·

Έχει κι άλλη όψη ο κόσμος, έχει κι άλλη διάσταση·
Κανείς δεν κρύβεται, όλα θα φανερωθούν τα κρυφά και θα μείνουν μετέωρες οι δύσκολες πολύ ισορροπίες·
Επιλογές να παραμείνει η αλήθεια μας μοναδική – μα και δεν είναι;- κι ωστόσο
Σε μια ατμόσφαιρα που πλέουν μέσα της αισθήματα ναυαγισμένα
Νυχοπατούμε τρέμοντας να είμαστε οι εαυτοί μας οι ίδιοι..

Ράβω τον κάμπο των παρομοιώσεων,




Ράβω τον κάμπο των παρομοιώσεων,
Η γη αναγαλλιάζει κάτω από το άροτρο μου,
Ο ήλιος σκαμπανεβάζει την χαρά των εντόμων και χαμηλά,
Κάτω από του ουρανού την σοφία, μια μουσική
Ακούγεται που δίνει τις γλυκές ριπές της στο αφράτο μάγουλο
Της νηνεμίας..

Όταν ξύπνησες,

Όταν ξύπνησες,
ξύπνησε κι η σελίδα της μέρας,
στο μεγάλο Αναγνωστικό της Συγκίνησης-
ωραία σταθήκανε τα πουλιά επάνω
στα κλαδιά και κελάηδησαν, 
τρέμοντας η φωνή τους απ’ τον έρωτα
και τα πάθη.
Και το ξανθό παιδί στον ύπνο άφησε τα πιο καλά ποιήματά του-
για να σε ανταμώσει
Ελένη και Λυδία κι Αθηνά
πριν απ’ το κάθε Αμάρτημα,
μες τους λειμώνες..

4 Ιανουαρίου 2018

Το Σύμπαν με δένει με τα λουριά της κυριαρχίας του.



Το Σύμπαν με δένει με τα λουριά της κυριαρχίας του.
Αυστηρέ ήλιε, τι πρεσβεύεις για αύριο;
Κάθετες αχτίδες περνούν μέσα στον νου μου και εκμηδενίζουνε το εμβαδόν
της Πεποίθησης.
Όλα αλλάζουν: μια ροή
Γεγονότων απ’ όπου αθέλητα απουσιάζω.
Καταγράφομαι στα μητρώα εκείνων που δεν μπόρεσαν την φασαρία του κόσμου και αγάπησαν την μοναξιά περισσότερο.
Εντολές από κείνον που μαστορεύει στο άπειρο..

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου